Τετάρτη 28 Απριλίου 2021

ΠΑΣΧΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟ

ΠΑΣΧΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟ



Πάσχα σημαίνει πέρασμα στην καθαρότητα του φωτός!

Σημαίνει μέθεξη με την μαρμαίρουσα αίγλη του ελληνικού τοπίου!

Σημαίνει χρώμα από ανοιξιάτικα ρόδα που αγγίζουν την καρδιά κι αγκάθια  που στεφανώνουν το μέτωπο με τη βίωση των παθών, μέχρι να γλυκάνει ο πόνος με την επέμβαση της Αγάπης!

Σημαίνει ευωδία πασχαλιάς εσπερινής και κατανυκτική ακολουθία!

Η σύνδεση σύμπασας της φύσης με το Θείο δράμα, η καθολική συμμετοχή του όντος στη σταύρωση και στην ανάσταση του Θεανθρώπου, ανοίγουν την πύλη στην αθανασία του πνεύματος και της ψυχής, σπάνε το φράγμα του χρόνου για να πλημμυρίσει με αιωνιότητα κι αγάπη άχρονη η καρδιά, να ανθίζουν παντοτινά εντός μας η δημιουργικότητα και η αυτογνωσία.

Συμμετέχοντας ευλαβικά στην Θεία μυσταγωγία εισερχόμαστε από την επικράτεια του πεπερασμένου στην ευκρασία του απείρου, με την Θεία αυτή συχνότητα συντονισμένοι εκπέμπουμε ευχές λουσμένες στην ευλογία του Αγίου Φωτός για Καλό Πάσχα!!!

Χρόνια πολλά γεμάτα από αειθαλή υγεία με ευχές φωταυγάζουσες από την αείζωη φλόγα της Ανάστασης, ευχές έκλαμπρες για προσωπική πρόοδο και κοινωνική ευημερία.

Το παντοτινά ολοζώντανο και ρηξικέλευθο μήνυμα του Αναστάντος Σωτήρος ας γίνει ολολαμπής οδοδείκτης για να βαδίζουμε τον δρόμο της αρετής αναπνέοντας ελευθερία, ατενίζοντας με αισιοδοξία το μέλλον, λύνοντας για πάντα τα δεσμά του φόβου και του θανάτου.

 

Εκ μέρους της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Δάφνης

Αργύρης Καραβούλιας

ΔημοσιογράφοςΣυγγραφέας

 

Ζήστε το Ελληνικό Πάσχα, γευθείτε τον ελεύθερο αέρα του, βιώστε την έκπαγλη μεγαλοσύνη του, νιώστε την θεϊκή του αναλαμπή διαβάζοντας τους  τιτάνες-συγγραφείς της ελληνικής γραφής…

Λογοτέχνες που μας χάρισαν μέσα από την ολοφεγγή γραφή τους το διαχρονικό μήνυμα της γιορτής της άνοιξης και του φωτός, του ανθρώπου και του Θεού, την γιορτή της καταλυτικής επίδρασης της Θεότητας στην ανθρώπινη μοίρα, της αθανασίας στην θνητότητα…


ΤΟ ΠΑΣΧΑ
 
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ


«Αναστάσεως ημέρα και λαμπρυνθώμεν… Πάσχα το τερπνόν, Πάσχα Κυρίου, Πάσχα. Πάσχα πανσεβάσμιον ημίν ανέτειλε. Πάσχα, εν χαρά αλλήλους περιπτυξώμεθα…Ω Πάσχα, λύτρον λύπης. Πάσχα άμωμον, Πάσχα μέγα, Πάσχα το πύλας ημίν του παραδείσου ανοίξαν. Πάσχα πάντας αγιάζον πιστούς…»

Δια τοιούτων στιχηρών, εξ ων αναπέμπεται ευφροσύνη και αγαλλίασις ανεκλάλητος, η Εκκλησία υμνεί και πανηγυρίζει την Ανάστασιν του Σωτήρος. Η λέξις Πάσχα επενεργεί μαγικώτατα επί των οσίων υμνογράφων και λησμονούσιν επί βραχύ το αυστηρόν και μελαγχολικόν κάλλος, όπερ χαρακτηρίζει τας εμπνεύσεις των προ της απαλής και Λυδικής, ως ειπείν, αρμονίας, ήτις αυτόματος διαχέεται από των ιερών αυτών φορμίγγων επί τω τρισμεγίστω αγγέλματι. Η Εκκλησία, αποβάλλουσα την πένθιμον περιβολήν, ενδύεται λευκήν και φεγγοβόλον στολήν, ως αν αντανακλά επ’ αυτής η λευκότης και η λάμψις του αγγέλου, του αποκυλίσαντος τον λίθον του μνημείου.

Τα ανήλια βάθη, οι ζοφεροί θόλοι των χριστιανικών ναών, διαυγάζονται ως εν ημέρα ανεσπέρου φωτός, και τα άνθη τα εύοσμα και δροσόεντα, άτινα από των λειμώνων και των κήπων μετηνέχθησαν, όπως στολίσωσι την επιτάφιον σινδόνα του Σωτήρος, τηρούσιν έτι της ραδινής των χάριτος, των κοσμικών των θελγήτρων τα ίχνη εν τη τεθολωμένη υπό του λιβάνου ατμοσφαίρα των ναών. Και η Εκκλησία καταπέμπει την ευχήν αυτής την αναστάσιμον κατά την ημέραν ταύτην εν γλώσση αλλοία ή η συνήθης· εν γλώσση πλήρει παιδικών, θα ελέγομεν, σκιρτημάτων και παιδικής συγκαταβάσεως. Εις την μεγάλην ευωχίαν της Αναστάσεως προσκαλεί πάντας, παρόντας και απόντας, νηστεύσαντας και μη νηστεύσαντας, πιστούς και απίστους, και τους φέροντας ένδυμα γάμου και τους αγοραίον περιβαλλομένους ιμάτιον. Ω μέθη της Νύμφης επί τη ανακτήσει του Νυμφίου, ω μέθη τρισαγία και ανερμήνευτος!

Την υψηλήν ταύτην μέθην συναισθάνεται εν τη καρδία αυτού ο ελληνικός λαός, ως ουδείς άλλος λαός. Ουδεμία άλλη χριστιανική εορτή κατέχει παρ’ αυτώ την θέσιν της εορτής του Πάσχα. Οι Δυτικοί έχουσι τα Χριστούγεννα. Ημείς έχομεν την Ανάστασιν. Αύτη είναι η βασίλισσα των εορτών, η πανήγυρις των πανηγύρεων ημών. Οι Δυτικοί εορτάζουσι την γέννησιν του Χριστού εν πλούτω τρυφερών και ωραίων εθίμων, εν οικογενειακή συνενώσει και τέρψεσιν ανθρώπων από καιρού συνωκειωμένων προς τον πολιτισμόν.

Αλλά του ελληνικού γένους η Λαμπρή ανατέλλει και δύει, εν θορυβώδει διαχύσει και υπερτάτη αγαλλιάσει ανθρώπων, οίτινες εις τας φλέβας των τηρούσιν έτι ρανίδας τινάς του αίματος των αγρίων και ατιθάσων και υπό του έρωτος της ελευθερίας βαυκαλωμένων πατέρων μας. Αρματωλικαί συνήθειαι, αγρία ποίησις πληρούσιν εκείνην. Βαρύς χειμών επικάθηται της φύσεως, γογγύζει ο βορράς και πίπτουσιν αι χιόνες, και τα καλά Χριστούγεννα συσπειρούνται πέριξ της σπινθηροβολούσης εστίας.

Αλλά πόσον διάφορον εικόνα παριστά η φύσις παρ’ ημίν, όταν οι κώδωνες των εκκλησιών εξαγγέλλωσι χαρμοσύνως την Ανάστασιν! Το έαρ συνεορτάζει μετά της Εκκλησίας, η φύσις συναγάλλεται μετά της πίστεως. Οι θύμοι των ορέων μοσχοβολούσιν, ο σμαράγδινος μανδύας των πεδιάδων ανακινείται ηρέμα υπό της ζεφυρίτιδος αύρας και στίλβει διακέντητος εκ λευκανθέμων, αι ευωδίαι των εσπεριδοειδών βυθίζουσι τας ψυχάς εις μυστικάς εκστάσεις, τα ρόδα τα εφήμερα, τα αιώνια ρόδα, ξανθά, λευκά, ωχρά, πορφυρά, διηγούνται την δόξαν του Κυρίου. Η Άνοιξις, ως άλλη μυροφόρος, ως της Μαγδαληνής Μαρίας αδελφή, κηρύσσει δια μυρίων στομάτων ότι «εώρακε τον Κύριον». Δεύτε, εξέλθωμεν των σκοτεινών θόλων των ναών, οίτινες δεν αφήνουσι την χαράν μας να εκραγή ακράτητος. Δεύτε, υμνήσωμεν τον Κύριον υπό τον σαπφείρινον και αστερόεντα θόλον του ουρανού και λάβωμεν το φως το ανέσπερον και αναμείνωμεν τα πρώτα μειδιάματα της κροκοπέπλου Ηούς.

Τοιαύτην ώραν ο Κύριος ανέστη, «ζωήν τοις εν τοις μνήμασι χαρισάμενος». Εις ημάς, τους εν τω βίω, ας χαρίση ζωήν ζωής! Χριστός ανέστη! Συναθροισθώμεν πέριξ του οβελισθέντος αμνού και συνοδεύσωμεν την όπτησιν αυτού, εντέχνως στρεφομένου επί της ανθρακιάς δια του κρότου των πυροβόλων. Η πυρίτις έστω το σύμβολον της Αναστάσεως και το φίλημα έστω το σύμβολον της Αγάπης. Δεν εννοούμεν την λάμψιν της Αναστάσεως άνευ της γλώσσης του τρομπονίου· και η αγάπη χωρίς φιλήματος είναι το άνθος άνευ του αρώματος.

Ούτως υποδέχεται και ούτως αντιλαμβάνεται της εορτής του Πάσχα ο ελληνικός λαός. Αυτά τα ονόματα, δι’ ων υποδηλούται το Πάσχα, χρησιμεύουσιν, όπως εμπνέωσιν εις αυτόν ενθουσιασμόν και εξαίρωσιν εις κόσμους ονείρων, ως εν ουδεμιά άλλη εορτή. Όταν λέγη Ανάστασις ο ελληνικός λαός, κρυφία τις χορδή αναπαλλομένη εις τα μυχιαίτατα της καρδίας του, υπενθυμίζει εις αυτόν και του Γένους την ανάστασιν, και ο Χριστός και η Πατρίς συναντώνται εν αυτώ ισοπαθείς και ισόθεοι. Και όταν λέγη Αγάπη ο ελληνικός λαός, εκφωνεί την γλυκυτάτην των λέξεων, ήτις κατ’ εξοχήν τονιζομένη εν τω Ευαγγελίω, και ανακηρυσσομένη εν τη διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου, παρέμεινεν εν τη γλώσση του το κατ’ εξοχήν περιπαθές και εγκάρδιον ρήμα, δι’ ου εκφράζει πάσαν στοργήν και πάντα έρωτα και πάσαν αφοσίωσιν. Και νομίζει τις, ότι ο ημέτερος λαός κατ’ εξοχήν ησθάνθη και απεδέχθη και επραγματοποίησε το κήρυγμα της Αγάπης, ως φέρεται εν τη προς Κορινθίους επιστολή του Αποστόλου. «Η αγάπη μακροθυμεί, χρηστεύεται· η αγάπη ου ζηλοί· η αγάπη ου περπερεύεται, ου φυσιούται, ουκ ασχημονεί, ου ζητεί τα εαυτής, ου παροξύνεται, ου λογίζεται το κακόν, ου χαίρει επί τη αδικία, συγχαίρει δε τη αληθεία· πάντα στέγει, πάντα ελπίζει, πάντα πιστεύει, πάντα υπομένει».

Ευνόητον δε ότι, όπως λάβη τις αγνήν ιδέαν περί του τρόπου καθ’ ον προσδεχόμεθα, κατανοούμεν και εορτάζομεν την Ανάστασιν, δέον να ευρεθή κατά την ημέραν της σήμερον μακράν της πρωτευούσης, ένθα, φυσικώ τω λόγω, ο βίος δεν δύναται να παράσχη τοιαύτας απολαύσεις. Αληθής και ανόθευτος Λαμπρή ανατέλλει δια τους κατοίκους των επαρχιών, των πόλεων, των κωμοπόλεων, των χωρίων, όπου διασώζονται καθαρώτερον και εκδηλούνται εμφανέστερον του εθνικού βίου τα ήθη και έθιμα.

Εκεί αι γλυκύταται παραδόσεις, εκεί αι ελληνικώταται συνήθειαι, η χριστιανικωτέρα πίστις και η ευαγγελικωτέρα χαρά συνενούνται και αναφαίνονται επί πάντων και υπό πάντων ακολουθούνται απροσποιήτως και απερίττως· εκεί και άκων τις καθίσταται χριστιανός και εορτάζει την Ανάστασιν και την Αγάπην.

 

ΑΝΕΤΕΙΛΕ ΤΟ ΕΑΡ. Η ΕΥΩΔΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ

ΤΟΥ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

Έχω την ιδέα πως κι ένας που είναι τυφλός και κουφός, θα νιώσει την άνοιξη που ήρθε, δίχως να βλέπει και δίχως να ακούει τίποτα απ’ όσα τη μαρτυρούν. Γιατί ο κάθε άνθρωπος αισθάνεται από μέσα του τον ερχομό της. Σε μένα, όπως και σε κάθε Έλληνα που αγαπά τη θρησκεία μας, όλα τα φυσικά φαινόμενα είναι δεμένα με το μυστήριο της Εκκλησίας και πιο πολύ η άνοιξη, που γίνεται πνευματική με την Ανάσταση του Χριστού. Άν μπορούσε κανένας να βγάλει από μέσα μου το γλυκό σκίρτημα της θρησκείας, ξέρω πως δε θα’ νιωθα τη φυσική ομορφιά όπως τη νιώθω τώρα, δίχως τον κρυφό ενθουσιασμό, δίχως την αγιασμένη αγαλλίαση που αισθάνομαι τώρα που τα νιώθω όλα συνταιριασμένα με την ευωδία της θρησκείας. ’Θα αισθανόμουν τη φύση όπως την αισθάνονται οι λεγόμενοι «φυσιολάτρες», ποιητικά, εξωτερικά, κι όχι με τη μυστική μακαριότητα και με την αγιασμένη ειρήνη που αισθάνεται ο χριστιανός. Ευφραίνεται η διάνοιά του με τα έργα της υμνωδίας και της αγιογραφίας σε κάθε στιγμή, κι από μέσα απ’ αυτά βλέπει και ακούει και μυρίζει τα ωραία και
τα τερπνά της δημιουργίας.

Ακούγει τη βαθύτερη φωνή της φύσης. Τώρα το Πάσχα, το μοσκοβόλημα που βγάζουνε τα άνθια και τα βότανα, το κελάηδισμα των πουλιών, το λεπτό τ’ αγέρι που σαλεύει τα χλωρά κλαριά, τ’ αλαφρό κύμα που γλυκομουρμουρίζει στην ακρογιαλιά, στους κάβους, στα νησιά, τα βουνά και τα λαγκάδια, όλα τα νιώθεις να πανηγυρίζουνε μαζί με τα μακάρια πνεύματα, για την Ανάσταση του Χριστού. Η ευωδία που γεμίζει τον αέρα από τα λουλούδια ανακατεύεται με τα μύρα που κρατούσαν οι Μυροφόρες, πηγαίνοντας στον τάφο του Χριστού. Τα ερημοκλήσια των βουνών πανηγυρίζουνε. Ψαλμωδίες ακούγονται παντού, στις πολιτείες, στα χωριά, στα ταπεινά εκκλησάκια που βρίσκονται μέσα στα περιβόλια, στ’ αμπέλια κι απάνω στους ξερούς βράχους, στις ακροθαλασσιές και στα νησιά.

Αλλά, όπου και να βρεθώ, σε στεριά και σε θάλασσα, ακούω μέσα μου και σιγοψέλνω τα χαρμόσυνα τροπάρια της Αναστάσεως, που κάνουνε να ευωδιάζουνε όλα γύρω μου.

Τ’ άγρια κλαδιά στάζουνε μια δροσιά αγιασμένη. Το χώμα και το κάθε ταπεινό βότανο μοσκοβολά σαν μοσκολίβανο. Ναός Θεού είναι όλη η πλάση. Τα βουνά σηκώνουνε με αγαλλίαση τις κεφαλές τους μέσα στο χρυσό φως. Τα άσπρα συννεφάκια ανεμίζουνται σαν σημαίες μέσα στο γαλανό ουρανό. Η θάλασσα αστράφτει στον ήλιο, ανάμεσα στα δέντρα, στολισμένη με κάβους και με νησάκια. Ως κι οι ξέρες του πελάγου, κι εκείνες γιορτάζουν. Το χώμα είναι μοσκολίβανο. Οι πέτρες θαρρείς πως είναι κι εκείνες ζωντανές και χαρούμενες. Τίποτα δεν είναι νεκρό και άψυχο, σήμερα που αναστήθηκε ο Χριστός και χάρισε σε όλα τα πλάσματα και τα κτίσματα ζωή κι αθανασία. Ο Βασιλέας της ζωής βασιλεύει σήμερα απάνω στο ζωντανό βασίλειό του. Πουθενά δεν υπάρχει πια θάνατος, πουθενά δεν απόμεινε σκοτάδι: «Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια.»

Για τούτο, όλη η κτίση δοξολογά ευχαριστώντας τον ευεργέτη της, από τα σύννεφα που αρμενίζουνε ψηλά, από τα ακατάλυτα βουνά, ως το χορταράκι που κρύβεται ταπεινά κάτω από την πέτρα. Ακούγω τα δέντρα να ψέλνουνε σαν ψαλτάδες, σαν παπάδες και σαν δεσποτάδες: ο δρυς είναι ο δεξιός ψάλτης και ψέλνει «αργώς και μετά μέλους» τούτο το αθάνατο τροπάρι: «Αναστάσεως ημέρα, λαμπρυνθώμεν λαοί, Πάσχα Κυρίου, Πάσχα. Εκ γαρ θανάτου προς ζωήν, και εκ γης προς ουρανόν, Χριστός ο Θεός ημάς διεβίβασεν επινίκιον άδοντας». 

 Κι η βαλανιδιά, που είναι ο αριστερός ψάλτης, ψέλνει: «Δεύτε πόμα πίωμεν καινόν, ουκ εκ πέτρας αγώνου τερατουργούμενον, αλλ’ αυθαρσίας πηγήν, εκ τάφου ον βρήσαντος Χριστού, εν ω στερεούμεθα» και πάλι, άλλος δεξιός ψάλτης, η ελιά, ψέλνει κατανυκτικά την ε ωδή: «Ορθρίσωμεν όρθρου βαθέος, και αντί μύρου τον ύμνον προσοίσωμεν, το δεσπότη και Χριστόν οψόμεθα, δικαιοσύνης ήλιον, πάσι ζωήν ανατέλλοντα». Από τ’ αριστερό αναλόγι ο έταιρος αριστερός ψάλτης, ο πρίνος, ψέλνει με την τραχιά φωνή του, και λέγει: «Αύτη η κλητή και αγία ημέρα, η μία των Σαββάτων, η βασιλίς και κυρία, εορτών εορτή, και πανήγυρίς εστι πανηγύρεων, εν η ευλογούμεν Χριστόν εις τους αιώνας».

Ύστερα ακούγεται η φωνή του κυπαρισσιού, που είναι ο διάκος, λιγερόκορμος και αρχιμούστακος, και λέγει την εκφώνηση: «Την θεοτόκον και μητέρα του φωτός εν ύμνοις τιμώντες μεγαλύνωμεν» και ο πρωτοψάλτης ο δρυς ψέλνει με μεγαλοπρέπεια: «Ο Άγγελος εβόα τη Κεχαριτωμένη, Αγνή Παρθένε χαίρε, και πάλιν ερώ, χαίρε! Ο σος Υιός ανέστη τριήμερος εκ τάφου. Φωτίζου, φωτίζου, η νέα Ιερουσαλήμ. Η γαρ δόξα Κυρίου επί σε ανέτειλε. Χόρευε νυν και αγάλλου Σιών. Συ δε, Αγνή, τέρπου, Θεοτόκε, εν τη εγέρση του τόκου σου».

Έτσι προχωρεί η λειτουργία πριν να βγει ο ήλιος, αυτή η μυστική λειτουργία, που την ακούνε μονάχα τα πνευματικά αυτιά και που οι υμνωδίες της αντιλαλούνε μέσα στη μεγάλη εκκλησία της πλάσης, που έχει για κουμπέδες τα ψηλά βουνά, για σταυροθόλια τα δροσερά λαγκάδια, για εικονοστάσι τους κατακάθαρους βράχους που είναι στολισμένοι με αγριοβότανα, για αγίασμα το γαλανό πέλαγο, για εξαφτέρουγα και για λάβαρα τα σύννεφα, για πολυέλαιο τον ήλιο, για καντήλια τα άστρα. «Υψούτε Κύριον τον Θεόν ημών, και προσκυνείτε το υποποδίω των ποδών αυτού, ότι Άγίος εστιν!

Την ώρα που ο ήλιος χτυπά αστραφτερός στις κορφές των βουνών, αρχίζουνε να ψέλνουνε το «Πάσα πνοή αινεσάτω τον Κύριον. Αινείτε τον Κύριον εκ των ουρανών, αινείτε αυτών εν τοις υψιστοίς!» Κι ύστερα ψέλνουνε τα στιχηρά του Πάσχα: » Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν. Πάσχα ιερόν ημίν σήμερον αναδέδεικται…». Και στο τέλος ο πρωτοψάλτης ο, δρυς, με τη βροντερή φωνή του ψέλνει με σεμνή μεγαλοπρέπεια το δοξαστικό της Αναστάσεως που αντιλαλεί ως τα πέρατα της οικουμένης: «Αναστάσεως ημέρα και λαμπρυνθώμεν τη πανηγύρει και αλλήλους περιπτυξώμεθα. Είπωμεν, αδελφοί, και τοις μισούσιν ημάς συγχωρήσωμεν πάντα τη Αναστάσει. Και ούτω βοήσωμεν: Χριστός Ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος». Ναι. Αυτή τη μυστική λειτουργία την ακούνε σ’ όποιον τόπο πάνε, όσοι ήπιανε από την άφθαρτη πηγή της Ορθοδοξίας. Γύρω τους όλα ψέλνουνε και μέσα τους πάλι άλλοι ψαλτάδες μυστηριώδεις και ιερείς και διάκοι και κανονάρχοι ψέλνουνε δοξολογώντας την Ανάσταση του Χριστού.

Παπάδες είναι ο παπα-Πεύκος κι ο παπα-Κέδρος. Αρχιμανδρίτης είναι ο παπα-Έλατος. Δεσπότης είναι ο πλάτανος. Διάκοι είναι το κυπαρίσσι και η λεύκα. Πρωτοψάλτης είναι ο δρυς. Ψαλτάδες είναι οι βαλανιδιά, ο πρίνος, ο σκίνος κι η ελιά η καλογριά. Κανονάρχοι είναι η μυρσίνα, ο ασπάλαθος, το σφεντάμι, ο αβαγιανός, το φλισκούνι, τ’ αρπεδούκλι, η ρίγανη, το θυμάρι. Και μαζί με τους ψαλτάδες σιγομουρμουρίζουνε η αστοιβιά, η ανθισμένη κουνούκλα, ο δυόσμος, ο βασιλικός, η μαντζουράνα, ο απήγανος, οι ανεμώνες, τ’ αγκάθια, τα ψύλληθρα, τ’ απεραθάκια και τα άλλα ταπεινά και αθώα βότανα.

Ο Χριστός βρίσκεται μέσα σε όλα. Όλα, τα πάντα Τον ευχαριστούνε γιατί τους έδωσε τη ζωή με την Ανάστασή Του. Χωρίς το Χριστό όλα είναι νεκρά και βουβά. (….)

Ω! Χωρίς την ευωδία που βγαίνει από το μυστικό κήπο του Χριστού, ναι, δεν μπορεί να νιώσει ο Έλληνας Χριστιανός την ευωδία της άνοιξης. Μέσα στην ψυχή του, η φυσική άνοιξη γίνεται ένα με το πνευματικό έαρ κι έτσι αισθάνεται τη χαροποιό πνοή της αιώνιας ζωής, ψέλνοντας με ανεκλάλητη χαρά και αγαλλίαση: «Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν, Άδου την καθαίρεσιν, άλλης βιωτής, της αιωνίου, απαρχήν και σκιρτώντες υμνούμεν τον αίτιον, τον μόνον ευλογητόν των Πατέρων Θεόν και υπερένδοξον.» «Γιορτάζουμε τη νέκρωση του θανάτου και την κατάργηση του Άδη. Γιορτάζουμε, γιατί αρχίζει για μας μια άλλη ζωή, αιώνια, και για τούτο, με σκιρτήματα χαράς, υμνούμε Εκείνον που μας χάρισε αυτήν την αθάνατη ζωή, που είναι ο μόνος ευλογητός των Πατέρων Θεός και υπερένδοξος.»

 

ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ

 ΓΙΟΡΤΕΣ


Η νύχτα των Παθών, αγία Παρασκευή μεγάλη,

θυμάσαι; Οι κράχτες βροντεροί του δρόμου και χουγιάζουν

«Ώρα, ώρα για την εκκλησιά!» Τα σήμαντρα σωπαίναν,

μήπως ταράξουν του Ιησού τον ύπνο ολογυρμένου

στων επιτάφιων τα χρυσά τα σάβανα που οι βιόλες

χλωμές και τα τριαντάφυλλα τα κοκκινοπλουμίζαν.

Θυμάσαι; Η νύχτα των Παθών μα και τ’ Απρίλη η νύχτα

της χώρας όλα, νόμιζες, να βουβαθούν γυρεύαν

θρήσκα και κατανυχτικά, τη σιγαλιά να κάμουν

μια προσφορά ευλαβική προς του Κυρίου τα Πάθη.

Και μοναχά δε σώπαινε στο περιβόλι μέσα

με τη δικούλα του εκκλησιά, με τη λατρεία δική του,

πιστός και ιερουργός Θεού ψηλότερου απ’ όλους,

τ’ αηδόνι. Η νύχτα των Παθών, μα και τ’ Απρίλη η νύχτα.

Διάπλατες πέρα οι εκκλησιές ολόφωτες και φτάναν

απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα στα σπίτια μας οι θρήνοι

σεμνοί κι αντιθρηνούσανε στου χριστιανού τα χείλη:

«Ζωή εν τάφω… Έαρ γλυκύ… Γλυκύτατόν μου τέκνον..»

Μπρος στην πεζούλα του σπιτιού, της γειτονιάς μελίσσι

κι εμείς, αγόρια αγίνωτα κι αστάλωτες παιδούλες,

ο ύπνος δε μας έπαιρνε, προσμέναμε την ώρα

της εκκλησιάς…

 

ΣΤΕΛΙΟΣ ΣΠΕΡΑΝΤΖΑΣ

 Η ΛΑΜΠΡΗ


Να ᾽την η Λαμπρή με τα λουλούδια

κόψετε, παιδιά, την πασχαλιά

κι όλα με χαρές και με τραγούδια

τρέξετε ν᾽ αλλάξωμε φιλιά.

 

Σήμαντρα γλυκά βαρούν ακόμα

και μοσχοβολούν οι εκκλησιές

μόσχος τα φιλιά στο κάθε στόμα

τα φιλιά της άνοιξης δροσιές.

 

Πάμε να στρωθούμε στο χορτάρι

και τ᾽ αρνί μας ψήνεται σιγά.

Και με της Ανάστασης τη χάρη

φέρτε να τσουγκρίσουμε τ᾽ αυγά.

 

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

 Ο ΙΗΣΟΥΣ ΣΤΗ ΒΗΘΑΝΙΑ 


Στη Βηθανίαν, ο Ιησούς, να ξαποστάσει τώρα,

που ο φίλος του ειν’ ο Λάζαρος κ’ οι δυό του οι αδερφές,

στο δώμα μέσα κάθεται το φτωχικό, την ώρα
που με τη δύση ανάβουνε οι άχνες βουνοκορφές …

Στον κήπο ρεύει μυγδαλιά, ροδακινιά κι ανθίζει,
σε γλύκας πέπλο λούζονται τα πάντα, νυφικό,
κ’ ήρθ’ η Μαρία, κι αμίλητη στα πόδια του καθίζει,

κ’ η Μάρθα ωστόσο γνοιάζεται με βιά τό σπιτικό.

Κι όπως τρυγόνι, από μακρά, στα φουντωμένα μέρη
τού κήπου αν φτάσει και πυκνό διαλέξει το κλαδί,

στου Θεού τοξότη ως να ‘στεκε το δάχτυλο, τ’ αγέρι
ξιπάζει ως σκώνει το λαμπρό λαιμό και κελαδεί—

κρυφαναβράει στο δειλινό γλυκιά η φωνή Του πάλι,

από τα δέντρα ανάμεσα σα να ‘βγαινε η μιλιά,
και της Μαρίας, καθώς μιλεί, της ραίνουν το κεφάλι

τα λόγια, στα ποδάρια του, σαν άνθη από μηλιά.

Της ευτυχίας, που νείρεται, δεν τη βαραίνει η έννοια,

βαθιά ως ξανοίγει, δίπλα της, η ανθούσα αναπνοή
να την τυλίγει στη θαμπήν αχώ τήν ασημένια,

σάμπως νερών που τρέχουνε, σά μελισσιώνε βοή . . .

Μαζί της ο ήλιος, δουλευτής, στον κάμπο καθώς σκύβει,

όλη τη χλόη φλογίζοντας με άχνη φεγγοβολή,
θεϊκό γιομίζει θησαυρό τ’ άχύρινο καλύβι,
τόν κήπο ντύνει ολόγυρα μ’ ατίμητη στολή.

 Στέκουν τα πάντα στη λαμπρή στιγμή σα μαγεμένα
μες στην αχτίδα χάνεται σάν άστρο ο κορνιαχτός·

μεγάλα κι ολοφάνερα, τριγύρα της, στημένα
τά πλάσματα όλα, ως τα βλογά στό Λόγο του ο Χριστός.

Σκεπή το νέφι γίνεται· λαός το κοπάδι· στύλος

το δέντρο το παράμερο στο μακρινό στρατί·
σα σκαλιστός στο μάρμαρο, μπρος στο κατώφλι, ο σκύλος

που το κεφάλι ανάμεσα στα πόδια του κρατεί…

 Ακούει, και μέσα ο μυστικός αντίλαλος σταλάζει

στά φρένα της αδιάκοπα το θάμπος του γοργά,

από το χιόνι πιότερο λευκό κι απ’ το χαλάζι,
κι ως στην ψυχή της τρίσβαθα ν’ απλώνεται νογά,

καθώς του κρίνου σαν σιγά ξετυλιχτούν τα θάμπη

κι ακέριος στην παράδεισον αφήνετ’ ανοιχτός,

απάνω του, κατάκορφα, διαμάντι η δρόσο λάμπει

και στ’ άγιο το πετράδι της δε στέκει κορνιαχτός.

 “Ας τα ‘χει ή γης κι ο άνεμος, ας τα ‘χουν τα σκοτάδια”

— στο βυθισμό τόν άχραντο κρυφομιλει η ψυχή —
«τα ώρια στολίδια τα χρυσά, του γάμου τα πετράδια,
του Λόγου Του σα μ’ έλουσεν η ευφραντική βροχή.

 «”Αγια ή ζωή· κι αν ένιωσα τριγύρα μου τά βρόχια,
τα ξόβεργα που ακοίμητος μας σταίνει ό πειρασμός,
στ’ άνθια περνά, στ’ άνθια κεντά, στ’ άνθια ανασαίνει ή φτώχεια,

άνθια ό βαθιός τοϋ κόρφου μου ξανοίγει δροσισμός!».

 

Τρίτη 13 Απριλίου 2021

ΤΟΜ ΡΟΜΠΙΝΣ - ΟΙ ΠΟΤΑΜΟΙ ΤΗΣ ΕΜΠΝΕΥΣΗΣ ΣΤΗΝ ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ

Τομ Ρόμπινς

Οι ποταμοί της έμπνευσης 

στην θάλασσα της φαντασίας


Η λογοτεχνία είναι κάτι πολύ παραπάνω από μια απόδοση όμορφων ιστοριών που διαμορφώνουν επιδέξιοι γραφιάδες για να τέρψουν την φαντασία και να διεγείρουν την αισθητική απόλαυση των απαιτητικών αναγνωστών.

Στη λογοτεχνία είναι μπολιασμένη όλη η επιτομή του ανθρώπινου γένους με την γνωστική του ακολουθία, η λογοτεχνία σαν αυτόνομος κλάδος γραφής μπορεί να επιτελέσει ως μία εκ των τεχνών την βασική ρότα για την πλήρωση της εντελέχειας του προορισμού της ανθρώπινης φύσης, μπορεί από μόνη της να συνδράμει στον ύψιστο σκοπό του ανθρώπου, αυτόν της αυτοπραγμάτωσης παραμερίζοντας ευγενικά άλλες εξίσου υψηλές δραστηριότητες, όπως της φιλοσοφίας και της θρησκείας.

Ασφαλώς δεν είναι τυχαίο που με τα πρώτα ψήγματα του ανθρώπινου ψυχισμού που χάνονται στα αδιόρατα πέπλα του χρόνου έχουμε και την σμίλευση της ανθρώπινης φύσης, την περι-γραφή της ψυχής σε λογοτεχνικές γραμμές, λογοτεχνικά αρχέτυπα αραδιασμένα σε όλα τα μήκη πλάτη αυτού του κόσμου, είτε αφορούν την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, το Έπος του Γκιλγκαμές, είτε την Μαχμπαχαράτα

Και όταν ως οντολογικό νήπιο σε έχουν νανουρίσει τέτοιες λογοτεχνίες, αν αποφασίσεις να συνεχίσεις την παράδοση συγγράφοντας λογοτεχνία, καλύτερα να το κάνεις όπως οι παππούδες σου....
Ένας τέτοιος άξιος συνεχιστής μιας συνταρακτικά κομψής λογοτεχνίας, ένας ικανότατος κομιστής μιας αρχετυπικής γραφής είναι και ο Τομ Ρόμπινς.

Όταν θες να γράψεις για τον Ρόμπινς είναι σαν να θέλεις να ανοίξεις το κλουβί του κόσμου, να πετάξεις με τα φτερά που σου κλέψανε, να ουρλιάξεις από χαρά και από πόνο. Η γραφή του Ρόμπινς είναι σαν βροχή κάποιο πρωινό του Μαΐου όταν βγαίνεις από το σπίτι σου χωρίς ομπρέλα, μια γραφή ανατριχιαστικά ρεαλιστική, υποβόσκουσα ποιητική, εκκωφαντικά πολιτική, ανερυθρίαστα ερωτική, μια γραφή που ξεχύνεται σαν καταρράκτης λέξεων, εικόνων και νοημάτων, ονείρων και ιδιαίτερων σημασιών, μια γραφή από κάποιο σπάνιο ημερολόγιο αποκλειστικά για σένα…

Στις σελίδες του Τομ Ρόμπινς δεν θα βρεις επιτήδευση, υπονοούμενα ή προσποίηση, τα πάντα είναι αυτό το οποίο κλήθηκαν από τον δημιουργό τους να είναι, και έχει την αξιοζήλευτη μαεστρία να δίνει και στον αναγνώστη την χαρά της δημιουργίας, γιατί στον Ρόμπινς τίποτα δεν είναι απόλυτο εκτός από το Απόλυτο, τα πάντα ξέρει να τα πλάθει με την φωτιά μιας φύσης ευμετάβλητης, με την φλόγα ενός καλουπιού που μπορεί να πάρει όποια μορφή θελήσει ο ευφυής αναγνώστης του.

Όταν διαβάζεις Ρόμπινς ξέρεις πως κάνεις ακροβατικά μακροβούτια στο κενό της ύπαρξης, πως συμμετέχεις στον θίασο της υπέρ- και κατά- ρεαλιστικής πραγματικότητας, αντιλαμβάνεσαι με τον πλέον διαυγή τρόπο (κανένας συγγραφέας δεν έχει σε τέτοιο βαθμό εκείνο το χαρισματικό τρικ να στο μεταφέρει τόσο αυτούσιο) πως όλα είναι γνώση στον δρόμο για την αυτογνωσία.



Αστείος, απρόβλεπτος, προκλητικός, διαυγής, μυστικός, εξτρεμιστής και ρομαντικός, οραματιστής και ερωτικός, εκμαυλιστής συνειδήσεων και πορθητής παθών.

Ασυγκράτητος σαν χείμαρρος και ορμητικός σαν τα νερά του Νιαγάρα, φλύαρος σαν την βροχή και σιωπηλός σαν τον πυθμένα της λίμνης Ταγκανίκα, μοναδικός σαν την κοραλλένια κορυφή του Κιλιμάντζαρο.
Ο Ρόμπινς έχει φτερά στα χέρια του, γράφει σαν να πετάει, βουτά από ψηλά με ορμή στη θάλασσα του μελανιού και βγαίνει έχοντας στο ράμφος του μερικά από τα καλύτερα εδέσματα, μας κάνει το τραπέζι με τις πιο ζουμερές ποικιλίες, με τα καλύτερα κρέατα και κρασιά, (χορτοφάγοι η τελευταία σας ευκαιρία), ακονίζει τον ουρανίσκο μας έως την τελευταία σελίδα και η πέψη κρατάει κάτι μήνες, αυτή η γλυκιά αέρινη αίσθηση που έχεις αφού σηκωθείς από το συμπόσιο των θεών.



Τα Χαλ-άσματα του Τομ Ρόμπινς

Στο βιβλίο του Αγριόπαπιες Πετούν Ανάστροφα, συντελείται η καταλυτική διέξοδος στο ξέφωτο της χαρούμενης επίγνωσης, πρόκειται για ένα απάνθισμα κειμένων που κατά καιρούς είχαν δει το φως της δημοσιότητας σε διάφορα έντυπα, ή ανέκδοτα, ταξιδιωτικές εντυπώσεις, αφιερώματα και αναφορές σε διάφορα θέματα, όπως επίσης και κάποια διηγήματα και ποίηση, (άλλωστε ο Ρόμπινς δεν χρειάζεται να γράψει ποιήματα για να γράψει ποίηση).

Ανακαλύπτουμε έναν Ρόμπινς που ανασύρει από το βάθος της γνωσιολογικής του θάλασσας υπέροχα σχόλια και απόψεις, χαρακτηριστικό της πληθωριστικής του φύσης, έναν Ρόμπινς που κάνει αναφορές στα πάντα, από τον σχολιασμό των σίξτις ως τον εμπνευσμένο παιάνα των βροχών του Σιάτλ.

Από το Αμάντα Το Κορίτσι της Γης, ένα βιβλίο που μιλάει για την ελευθερία και την εξέγερση, για τα λουκάνικα και το σώμα (από πού έρχεται;) του Χριστού, για την χαρά της ζωής και την σπάνια σημασία της, στον Τρυποκάρυδο, μια απίθανη ιστορία αγάπης και πολιτικής, ένας συνδυασμός ρομαντισμού και εμπρηστικών μανιφέστων, η παρανομία και τα μυστικά του φεγγαριού, οι πυραμίδες και μια τζούρα από τα γνήσια κάμελ, ένα εκτροχιασμένο παραμύθι, ένα ξεδίπλωμα μυστικών και συνταγών για μια σειρά πολύ πρακτικών ζητημάτων.






Σαρκαστικό, γεμάτο εξεγερτικούς ρομαντισμούς, με τον Τρυποκάρυδο ξεθεμελιώνει τα πυραμιδικά μνημεία της γνώσης για να γεμίσει με δυναμίτιδα και ερωτική σεληνόσκονη τα υψίπεδα της αντίληψής μας.

Με το Ακόμα και οι καουμπόισσες μελαγχολούν, μας μυεί στα μυστικά του χρόνου και των ράντζων της άγριας δύσης, στην γεωφυσική και τους αντίχειρες, περιφερόμεθα σε εκστατική τροχιά γύρω από την τέχνη, βουτάμε στο κρανίο της ποίησης…

Εδώ, έχει μια ξεχωριστή μνεία η ποίηση, η έκδηλη ανατρεπτικότητα του Ρόμπινς εδώ σφιχταγκαλιάζεται με τα ποιητικά του οράματα, από τα σπήλαια του πρώτου ανθρώπου μέχρι τις σοφίτες των ουρανοξυστών, απλώνει την γέφυρά του και μας προσκαλεί...

Στο Άρωμα του ονείρου, ζαλιζόμαστε από την γεμάτη αρώματα ατμόσφαιρα, μια διαδρομή γεμάτη από περιπέτεια και αθανασία, από θρησκευτικότητα και παντζάρια, από τον θεό Πάνα και ένα ανακάτεμα από πρωτόγονα ζωώδη ένστικτα, ένα ειδυλλιακό ζευγάρωμα των τεσσάρων σημείων του ορίζοντα και των περιοχών του χρόνου…

Διαβάζοντας το Άρωμα του Ονείρου, μην παρασύρεστε νομίζοντας πως θα ξεγελάσετε αυτόν τον παράφρονα γητευτή των μεταμεσονύκτιων μανάβικων, τα μόνα φρούτα που σου επιτρέπονται να συλλαβίζεις εν είδει ιερογλυφικών, είναι εκείνες οι κόκκινες παραμυθένιες ρίζες που ο συγγραφέας μας, με περισσή ειλικρίνεια και άφθονη δόση χιούμορ, ξερίζωσε από το μαλακό υπέδαφος του υπομονετικού ψυχισμού μας.

Στο Ο Χορός των εφτά πέπλων, έχει βαλθεί να μας ταρακουνήσει ως τα τρίσβαθα της ψυχής, η πιο μεγάλη αφυπνιστική συνταγή και η πιο όμορφη κατάθεση για το μυστικό φως των πραγμάτων, ένας τελετουργικός χορός στην κόψη της Μέσης Ανατολής, με την μέση του πιο ντελικάτου θηλυκού, ένα κάλεσμα από την πρωταρχική μητέρα θεά με οδηγό μια πορφυρογέννητη έμπνευση.

Εδώ τα πέπλα της συμπαιγνίας των θεών για τον άνθρωπο αποκαλύπτονται ένα προς ένα, το υπαρξιακό στριπτίζ ποτέ δεν ήταν τόσο ακαταμάχητα θανατηφόρο.

Και με όσα χρήματα γεμίζει τις τσέπες μας, με τον Χορό των εφτά πέπλων, μας τα παίρνει πάλι πίσω με το Μισοκοιμισμένοι μέσα στις Βατραχοπιτζάμες μας…

Στο Μισοκοιμισμένοι μέσα στις βατραχοπιτζάμες μας, μάς υπενθυμίζει την καταγωγή μας, βάζει αντηχεία στα πρωτόγονα κύτταρά μας, μέσα στις σπηλιές που πρωτογνωριστήκαμε, μάς μαθαίνει τα Ταρό και παίζει με τον χρόνο, μάς συστήνει στα ιδιαίτερα γούστα των αφυπνισμένων όντων, μάς μιλάει για τα αμφίβια και τους εξωγήινους και μάς ξεναγεί στα χρηματιστήρια του κόσμου λίγο πριν το μεγάλο κραχ…

Ναι, η καλύτερη οικονομική συνταγή πάνω στα οικονομικοτεχνικά και κοινωνικά μας παράγωγα, η λύση για την μετακαπιταλιστική περίοδο του κόσμου, είναι βγαλμένη από την καρδιά του Τιμπουκτού.

Επίσης, δεν υπολείπεται σημασίας το γεγονός πως τον τρόπο για την ριζική μας δαρβινική επιτάχυνση, τα μυστικά για την τέχνη και τα εξελικτικά μας άλματα ως προς την ειδολογική μας πορεία, τα κρατάει καλά στα, ας πούμε χέρια της, μια μαϊμού...

Και φτάνουμε στο Αγριεμένοι Ανάπηροι Επιστρέφουν από Καυτά Κλίματα. Εδώ, ο Ρόμπινς τα δίνει όλα (και έχει πολλά), στο απόγειο της έμπνευσης, της πιο βαθιάς ενόρασης, του πιο μεγάλου ανοίγματος, το ψιθύρισμα των κρυμμένων νοημάτων, η έκθεση στην πιο γαργαλιστική ακτινοβολία, ένας πρωτοφανής πίδακας από την ψυχή της γλώσσας, ως την anima mundi.

Ένα διαπεραστικό σοκ κατά μήκος της σπονδυλικής στήλης, (ίσως χρειαστεί να το διαβάσετε σε αναπηρικό καροτσάκι), ένα ξεχείλισμα συμπαντικών αληθειών σε μια συμφωνία φωτός και σκότους, ο mister Ρόμπινς σε όλη του την έκταση…

Μην ξεγελιέστε από την αγαθή φύση που επιμελώς ξέρει να κρύβει κάτω από τα ράσα της η καλλονή καλόγρια και μην απορείτε με την προφορά των Αθαμπασκάν…, ο Ρόμπινς απασφάλισε!

Τελευταίο (;) έργο που είδε το φως ετούτου του μάταιου κόσμου είναι το Villa Incognito, μια συνύπαρξη βετεράνων του πολέμου στο Βιετνάμ σε μια μεταξένια σονάτα από τοπία της άπω ανατολής, αγγίγματα από κορίτσια με ροδαλά μάγουλα και γαρνιτούρα από τις καλύτερες μαγιονέζες…

Στο Villa Incognito θα λυθούν οι όποιες απορίες μπορεί να είχαμε, αν και μετά από τόσα βιβλία που μάς έχει ξεφουρνίσει δεν νομίζω να υπήρχε ακόμα απορία, γιατί να παίξουμε με την ψυχή, τις πτήσεις της στο κοσμοσφαιρικό μας κάτοπτρο, τις ανταλλαγές της με την αρχαία υποθήκη καθώς και την σχέση που μπορεί να έχουν όλα αυτά με την έφοδο στον κόσμο μας του Τανούκι.


Τα βιβλία του Τομ Ρόμπινς είναι ευτυχώς όλα εδώ, γεμάτα από προσευχές και ασέβεια, από το πνεύμα της περιπέτειας και την περιπέτεια του πνεύματος, από οινόπνευμα και κατάνυξη, από σεξ και περίεργες συμπτώσεις, όλα τους μια αφορμή για ξεβόλεμα, μια απαραίτητη προσθήκη στο οπλοστάσιο της γνώσης.

Σπάνια συγγραφείς έχουν τον ρυθμό, την ανάσα, τον ιδρώτα του Τομ Ρόμπινς, τις αστείρευτες ριπές του από χιούμορ, τα όνειρά του.

Σε τούτη την αστείρευτη δεξαμενή της έμπνευσης και της αχαλίνωτης φαντασίας ασφαλώς ο Ρόμπινς δεν θα παρέλειπε να μας κεράσει μερικές μπύρες από την δική του ζυθοποιία, μπύρες με εκείνη την πικρή επίγευση του λυκίσκου στον ουρανίσκο και το πυρόξανθο χρώμα τους να πυρπολεί τις αισθήσεις μας, με τον ευδιάκριτο αφρό στην άκρη του ποτηριού της νύχτας καθώς η νεράιδα της μπύρας μας αποπλανεί στα άδυτα των υποσημειώσεων του, ναι καλώς ήρθατε στο Μπι Όπως Μπύρα.


Και επειδή ο Ρόμπινς δεν θα μας άφηνε έτσι, μόνο με ένα ποτήρι μπύρα, σκέφτηκε να προχωρήσει σε κάτι παράτολμο, άλλωστε όπως τον έχουμε γνωρίσει δεν φείδεται σε τέτοιου είδους εγχειρήματα.

Αποφάσισε, λοιπόν, να μας κεράσει ένα σπάνιο και εκλεκτό έδεσμα, μια περίπτωση μοναδικής ευωχίας, περάστε για ένα κομμάτι αληθινής Θιβετιανής Ροδακινόπιτας, ποτέ τα ροδάκινα δεν ήταν τόσο χαρούμενα και ποτέ το Θιβέτ δεν πλημμύρισε με εκείνο το απόκοσμο χρυσαφί της ροδακινίζουσας αναλαμπής.

Μια αναλαμπή που έχει και την δική της ιστορία, όπως είναι καταγεγραμμένο σε κάποια μοναστήρια του Θιβέτ, υπήρξε μια νύχτα που ροδακίνησε ολόκληρο τον κόσμο, κάποιοι λένε πως κάπου κάποιος άγνωστος σε μας Λάμα, απαγγέλοντας τις κρυμμένες σελίδες από τα βιβλία του προσπαθούσε να μάθει τα σύννεφα να βρέχουν τον κόσμο με λέξεις εμπνευσμένα από τα γεμάτα υγρασία έργα του.


Σημασία έχει πως όποιος επιχείρησε να μπλέξει με τον Τομ Ρόμπινς, όποιος έπιασε στα χέρια του τα γραμματένια διαμάντια του κατάλαβε πως ο κόσμος είναι κάτι πολύ περισσότερο από αυτό που μέχρι εκείνη την στιγμή είχε αφεθεί να καταλάβει, ναι ο Ρόμπινς είναι το καλύτερο άτι για να χαθείς αργά το απόγευμα στην άκρη του ορίζοντα ταξιδεύοντας ξέγνοιαστος για τις αχανείς, άγνωστες χώρες της δύσης. Ή της ανατολής;

Στην Δημοτική Βιβλιοθήκη Δάφνης θα βρείτε μερικά από τα βιβλία του Τομ Ρόμπινς, μην διστάσετε να εισέλθετε στην πάμφωτη, αλλόκοτη και μυστηριακή ζώνη της ανάγνωσής τους…🔵

 


Εκ μέρους της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Δάφνης

Αργύρης Καραβούλιας

Συγγραφέας - Δημοσιογράφος