Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σικελιανός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σικελιανός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 28 Απριλίου 2021

ΠΑΣΧΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟ

ΠΑΣΧΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟ



Πάσχα σημαίνει πέρασμα στην καθαρότητα του φωτός!

Σημαίνει μέθεξη με την μαρμαίρουσα αίγλη του ελληνικού τοπίου!

Σημαίνει χρώμα από ανοιξιάτικα ρόδα που αγγίζουν την καρδιά κι αγκάθια  που στεφανώνουν το μέτωπο με τη βίωση των παθών, μέχρι να γλυκάνει ο πόνος με την επέμβαση της Αγάπης!

Σημαίνει ευωδία πασχαλιάς εσπερινής και κατανυκτική ακολουθία!

Η σύνδεση σύμπασας της φύσης με το Θείο δράμα, η καθολική συμμετοχή του όντος στη σταύρωση και στην ανάσταση του Θεανθρώπου, ανοίγουν την πύλη στην αθανασία του πνεύματος και της ψυχής, σπάνε το φράγμα του χρόνου για να πλημμυρίσει με αιωνιότητα κι αγάπη άχρονη η καρδιά, να ανθίζουν παντοτινά εντός μας η δημιουργικότητα και η αυτογνωσία.

Συμμετέχοντας ευλαβικά στην Θεία μυσταγωγία εισερχόμαστε από την επικράτεια του πεπερασμένου στην ευκρασία του απείρου, με την Θεία αυτή συχνότητα συντονισμένοι εκπέμπουμε ευχές λουσμένες στην ευλογία του Αγίου Φωτός για Καλό Πάσχα!!!

Χρόνια πολλά γεμάτα από αειθαλή υγεία με ευχές φωταυγάζουσες από την αείζωη φλόγα της Ανάστασης, ευχές έκλαμπρες για προσωπική πρόοδο και κοινωνική ευημερία.

Το παντοτινά ολοζώντανο και ρηξικέλευθο μήνυμα του Αναστάντος Σωτήρος ας γίνει ολολαμπής οδοδείκτης για να βαδίζουμε τον δρόμο της αρετής αναπνέοντας ελευθερία, ατενίζοντας με αισιοδοξία το μέλλον, λύνοντας για πάντα τα δεσμά του φόβου και του θανάτου.

 

Εκ μέρους της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Δάφνης

Αργύρης Καραβούλιας

ΔημοσιογράφοςΣυγγραφέας

 

Ζήστε το Ελληνικό Πάσχα, γευθείτε τον ελεύθερο αέρα του, βιώστε την έκπαγλη μεγαλοσύνη του, νιώστε την θεϊκή του αναλαμπή διαβάζοντας τους  τιτάνες-συγγραφείς της ελληνικής γραφής…

Λογοτέχνες που μας χάρισαν μέσα από την ολοφεγγή γραφή τους το διαχρονικό μήνυμα της γιορτής της άνοιξης και του φωτός, του ανθρώπου και του Θεού, την γιορτή της καταλυτικής επίδρασης της Θεότητας στην ανθρώπινη μοίρα, της αθανασίας στην θνητότητα…


ΤΟ ΠΑΣΧΑ
 
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ


«Αναστάσεως ημέρα και λαμπρυνθώμεν… Πάσχα το τερπνόν, Πάσχα Κυρίου, Πάσχα. Πάσχα πανσεβάσμιον ημίν ανέτειλε. Πάσχα, εν χαρά αλλήλους περιπτυξώμεθα…Ω Πάσχα, λύτρον λύπης. Πάσχα άμωμον, Πάσχα μέγα, Πάσχα το πύλας ημίν του παραδείσου ανοίξαν. Πάσχα πάντας αγιάζον πιστούς…»

Δια τοιούτων στιχηρών, εξ ων αναπέμπεται ευφροσύνη και αγαλλίασις ανεκλάλητος, η Εκκλησία υμνεί και πανηγυρίζει την Ανάστασιν του Σωτήρος. Η λέξις Πάσχα επενεργεί μαγικώτατα επί των οσίων υμνογράφων και λησμονούσιν επί βραχύ το αυστηρόν και μελαγχολικόν κάλλος, όπερ χαρακτηρίζει τας εμπνεύσεις των προ της απαλής και Λυδικής, ως ειπείν, αρμονίας, ήτις αυτόματος διαχέεται από των ιερών αυτών φορμίγγων επί τω τρισμεγίστω αγγέλματι. Η Εκκλησία, αποβάλλουσα την πένθιμον περιβολήν, ενδύεται λευκήν και φεγγοβόλον στολήν, ως αν αντανακλά επ’ αυτής η λευκότης και η λάμψις του αγγέλου, του αποκυλίσαντος τον λίθον του μνημείου.

Τα ανήλια βάθη, οι ζοφεροί θόλοι των χριστιανικών ναών, διαυγάζονται ως εν ημέρα ανεσπέρου φωτός, και τα άνθη τα εύοσμα και δροσόεντα, άτινα από των λειμώνων και των κήπων μετηνέχθησαν, όπως στολίσωσι την επιτάφιον σινδόνα του Σωτήρος, τηρούσιν έτι της ραδινής των χάριτος, των κοσμικών των θελγήτρων τα ίχνη εν τη τεθολωμένη υπό του λιβάνου ατμοσφαίρα των ναών. Και η Εκκλησία καταπέμπει την ευχήν αυτής την αναστάσιμον κατά την ημέραν ταύτην εν γλώσση αλλοία ή η συνήθης· εν γλώσση πλήρει παιδικών, θα ελέγομεν, σκιρτημάτων και παιδικής συγκαταβάσεως. Εις την μεγάλην ευωχίαν της Αναστάσεως προσκαλεί πάντας, παρόντας και απόντας, νηστεύσαντας και μη νηστεύσαντας, πιστούς και απίστους, και τους φέροντας ένδυμα γάμου και τους αγοραίον περιβαλλομένους ιμάτιον. Ω μέθη της Νύμφης επί τη ανακτήσει του Νυμφίου, ω μέθη τρισαγία και ανερμήνευτος!

Την υψηλήν ταύτην μέθην συναισθάνεται εν τη καρδία αυτού ο ελληνικός λαός, ως ουδείς άλλος λαός. Ουδεμία άλλη χριστιανική εορτή κατέχει παρ’ αυτώ την θέσιν της εορτής του Πάσχα. Οι Δυτικοί έχουσι τα Χριστούγεννα. Ημείς έχομεν την Ανάστασιν. Αύτη είναι η βασίλισσα των εορτών, η πανήγυρις των πανηγύρεων ημών. Οι Δυτικοί εορτάζουσι την γέννησιν του Χριστού εν πλούτω τρυφερών και ωραίων εθίμων, εν οικογενειακή συνενώσει και τέρψεσιν ανθρώπων από καιρού συνωκειωμένων προς τον πολιτισμόν.

Αλλά του ελληνικού γένους η Λαμπρή ανατέλλει και δύει, εν θορυβώδει διαχύσει και υπερτάτη αγαλλιάσει ανθρώπων, οίτινες εις τας φλέβας των τηρούσιν έτι ρανίδας τινάς του αίματος των αγρίων και ατιθάσων και υπό του έρωτος της ελευθερίας βαυκαλωμένων πατέρων μας. Αρματωλικαί συνήθειαι, αγρία ποίησις πληρούσιν εκείνην. Βαρύς χειμών επικάθηται της φύσεως, γογγύζει ο βορράς και πίπτουσιν αι χιόνες, και τα καλά Χριστούγεννα συσπειρούνται πέριξ της σπινθηροβολούσης εστίας.

Αλλά πόσον διάφορον εικόνα παριστά η φύσις παρ’ ημίν, όταν οι κώδωνες των εκκλησιών εξαγγέλλωσι χαρμοσύνως την Ανάστασιν! Το έαρ συνεορτάζει μετά της Εκκλησίας, η φύσις συναγάλλεται μετά της πίστεως. Οι θύμοι των ορέων μοσχοβολούσιν, ο σμαράγδινος μανδύας των πεδιάδων ανακινείται ηρέμα υπό της ζεφυρίτιδος αύρας και στίλβει διακέντητος εκ λευκανθέμων, αι ευωδίαι των εσπεριδοειδών βυθίζουσι τας ψυχάς εις μυστικάς εκστάσεις, τα ρόδα τα εφήμερα, τα αιώνια ρόδα, ξανθά, λευκά, ωχρά, πορφυρά, διηγούνται την δόξαν του Κυρίου. Η Άνοιξις, ως άλλη μυροφόρος, ως της Μαγδαληνής Μαρίας αδελφή, κηρύσσει δια μυρίων στομάτων ότι «εώρακε τον Κύριον». Δεύτε, εξέλθωμεν των σκοτεινών θόλων των ναών, οίτινες δεν αφήνουσι την χαράν μας να εκραγή ακράτητος. Δεύτε, υμνήσωμεν τον Κύριον υπό τον σαπφείρινον και αστερόεντα θόλον του ουρανού και λάβωμεν το φως το ανέσπερον και αναμείνωμεν τα πρώτα μειδιάματα της κροκοπέπλου Ηούς.

Τοιαύτην ώραν ο Κύριος ανέστη, «ζωήν τοις εν τοις μνήμασι χαρισάμενος». Εις ημάς, τους εν τω βίω, ας χαρίση ζωήν ζωής! Χριστός ανέστη! Συναθροισθώμεν πέριξ του οβελισθέντος αμνού και συνοδεύσωμεν την όπτησιν αυτού, εντέχνως στρεφομένου επί της ανθρακιάς δια του κρότου των πυροβόλων. Η πυρίτις έστω το σύμβολον της Αναστάσεως και το φίλημα έστω το σύμβολον της Αγάπης. Δεν εννοούμεν την λάμψιν της Αναστάσεως άνευ της γλώσσης του τρομπονίου· και η αγάπη χωρίς φιλήματος είναι το άνθος άνευ του αρώματος.

Ούτως υποδέχεται και ούτως αντιλαμβάνεται της εορτής του Πάσχα ο ελληνικός λαός. Αυτά τα ονόματα, δι’ ων υποδηλούται το Πάσχα, χρησιμεύουσιν, όπως εμπνέωσιν εις αυτόν ενθουσιασμόν και εξαίρωσιν εις κόσμους ονείρων, ως εν ουδεμιά άλλη εορτή. Όταν λέγη Ανάστασις ο ελληνικός λαός, κρυφία τις χορδή αναπαλλομένη εις τα μυχιαίτατα της καρδίας του, υπενθυμίζει εις αυτόν και του Γένους την ανάστασιν, και ο Χριστός και η Πατρίς συναντώνται εν αυτώ ισοπαθείς και ισόθεοι. Και όταν λέγη Αγάπη ο ελληνικός λαός, εκφωνεί την γλυκυτάτην των λέξεων, ήτις κατ’ εξοχήν τονιζομένη εν τω Ευαγγελίω, και ανακηρυσσομένη εν τη διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου, παρέμεινεν εν τη γλώσση του το κατ’ εξοχήν περιπαθές και εγκάρδιον ρήμα, δι’ ου εκφράζει πάσαν στοργήν και πάντα έρωτα και πάσαν αφοσίωσιν. Και νομίζει τις, ότι ο ημέτερος λαός κατ’ εξοχήν ησθάνθη και απεδέχθη και επραγματοποίησε το κήρυγμα της Αγάπης, ως φέρεται εν τη προς Κορινθίους επιστολή του Αποστόλου. «Η αγάπη μακροθυμεί, χρηστεύεται· η αγάπη ου ζηλοί· η αγάπη ου περπερεύεται, ου φυσιούται, ουκ ασχημονεί, ου ζητεί τα εαυτής, ου παροξύνεται, ου λογίζεται το κακόν, ου χαίρει επί τη αδικία, συγχαίρει δε τη αληθεία· πάντα στέγει, πάντα ελπίζει, πάντα πιστεύει, πάντα υπομένει».

Ευνόητον δε ότι, όπως λάβη τις αγνήν ιδέαν περί του τρόπου καθ’ ον προσδεχόμεθα, κατανοούμεν και εορτάζομεν την Ανάστασιν, δέον να ευρεθή κατά την ημέραν της σήμερον μακράν της πρωτευούσης, ένθα, φυσικώ τω λόγω, ο βίος δεν δύναται να παράσχη τοιαύτας απολαύσεις. Αληθής και ανόθευτος Λαμπρή ανατέλλει δια τους κατοίκους των επαρχιών, των πόλεων, των κωμοπόλεων, των χωρίων, όπου διασώζονται καθαρώτερον και εκδηλούνται εμφανέστερον του εθνικού βίου τα ήθη και έθιμα.

Εκεί αι γλυκύταται παραδόσεις, εκεί αι ελληνικώταται συνήθειαι, η χριστιανικωτέρα πίστις και η ευαγγελικωτέρα χαρά συνενούνται και αναφαίνονται επί πάντων και υπό πάντων ακολουθούνται απροσποιήτως και απερίττως· εκεί και άκων τις καθίσταται χριστιανός και εορτάζει την Ανάστασιν και την Αγάπην.

 

ΑΝΕΤΕΙΛΕ ΤΟ ΕΑΡ. Η ΕΥΩΔΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ

ΤΟΥ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

Έχω την ιδέα πως κι ένας που είναι τυφλός και κουφός, θα νιώσει την άνοιξη που ήρθε, δίχως να βλέπει και δίχως να ακούει τίποτα απ’ όσα τη μαρτυρούν. Γιατί ο κάθε άνθρωπος αισθάνεται από μέσα του τον ερχομό της. Σε μένα, όπως και σε κάθε Έλληνα που αγαπά τη θρησκεία μας, όλα τα φυσικά φαινόμενα είναι δεμένα με το μυστήριο της Εκκλησίας και πιο πολύ η άνοιξη, που γίνεται πνευματική με την Ανάσταση του Χριστού. Άν μπορούσε κανένας να βγάλει από μέσα μου το γλυκό σκίρτημα της θρησκείας, ξέρω πως δε θα’ νιωθα τη φυσική ομορφιά όπως τη νιώθω τώρα, δίχως τον κρυφό ενθουσιασμό, δίχως την αγιασμένη αγαλλίαση που αισθάνομαι τώρα που τα νιώθω όλα συνταιριασμένα με την ευωδία της θρησκείας. ’Θα αισθανόμουν τη φύση όπως την αισθάνονται οι λεγόμενοι «φυσιολάτρες», ποιητικά, εξωτερικά, κι όχι με τη μυστική μακαριότητα και με την αγιασμένη ειρήνη που αισθάνεται ο χριστιανός. Ευφραίνεται η διάνοιά του με τα έργα της υμνωδίας και της αγιογραφίας σε κάθε στιγμή, κι από μέσα απ’ αυτά βλέπει και ακούει και μυρίζει τα ωραία και
τα τερπνά της δημιουργίας.

Ακούγει τη βαθύτερη φωνή της φύσης. Τώρα το Πάσχα, το μοσκοβόλημα που βγάζουνε τα άνθια και τα βότανα, το κελάηδισμα των πουλιών, το λεπτό τ’ αγέρι που σαλεύει τα χλωρά κλαριά, τ’ αλαφρό κύμα που γλυκομουρμουρίζει στην ακρογιαλιά, στους κάβους, στα νησιά, τα βουνά και τα λαγκάδια, όλα τα νιώθεις να πανηγυρίζουνε μαζί με τα μακάρια πνεύματα, για την Ανάσταση του Χριστού. Η ευωδία που γεμίζει τον αέρα από τα λουλούδια ανακατεύεται με τα μύρα που κρατούσαν οι Μυροφόρες, πηγαίνοντας στον τάφο του Χριστού. Τα ερημοκλήσια των βουνών πανηγυρίζουνε. Ψαλμωδίες ακούγονται παντού, στις πολιτείες, στα χωριά, στα ταπεινά εκκλησάκια που βρίσκονται μέσα στα περιβόλια, στ’ αμπέλια κι απάνω στους ξερούς βράχους, στις ακροθαλασσιές και στα νησιά.

Αλλά, όπου και να βρεθώ, σε στεριά και σε θάλασσα, ακούω μέσα μου και σιγοψέλνω τα χαρμόσυνα τροπάρια της Αναστάσεως, που κάνουνε να ευωδιάζουνε όλα γύρω μου.

Τ’ άγρια κλαδιά στάζουνε μια δροσιά αγιασμένη. Το χώμα και το κάθε ταπεινό βότανο μοσκοβολά σαν μοσκολίβανο. Ναός Θεού είναι όλη η πλάση. Τα βουνά σηκώνουνε με αγαλλίαση τις κεφαλές τους μέσα στο χρυσό φως. Τα άσπρα συννεφάκια ανεμίζουνται σαν σημαίες μέσα στο γαλανό ουρανό. Η θάλασσα αστράφτει στον ήλιο, ανάμεσα στα δέντρα, στολισμένη με κάβους και με νησάκια. Ως κι οι ξέρες του πελάγου, κι εκείνες γιορτάζουν. Το χώμα είναι μοσκολίβανο. Οι πέτρες θαρρείς πως είναι κι εκείνες ζωντανές και χαρούμενες. Τίποτα δεν είναι νεκρό και άψυχο, σήμερα που αναστήθηκε ο Χριστός και χάρισε σε όλα τα πλάσματα και τα κτίσματα ζωή κι αθανασία. Ο Βασιλέας της ζωής βασιλεύει σήμερα απάνω στο ζωντανό βασίλειό του. Πουθενά δεν υπάρχει πια θάνατος, πουθενά δεν απόμεινε σκοτάδι: «Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια.»

Για τούτο, όλη η κτίση δοξολογά ευχαριστώντας τον ευεργέτη της, από τα σύννεφα που αρμενίζουνε ψηλά, από τα ακατάλυτα βουνά, ως το χορταράκι που κρύβεται ταπεινά κάτω από την πέτρα. Ακούγω τα δέντρα να ψέλνουνε σαν ψαλτάδες, σαν παπάδες και σαν δεσποτάδες: ο δρυς είναι ο δεξιός ψάλτης και ψέλνει «αργώς και μετά μέλους» τούτο το αθάνατο τροπάρι: «Αναστάσεως ημέρα, λαμπρυνθώμεν λαοί, Πάσχα Κυρίου, Πάσχα. Εκ γαρ θανάτου προς ζωήν, και εκ γης προς ουρανόν, Χριστός ο Θεός ημάς διεβίβασεν επινίκιον άδοντας». 

 Κι η βαλανιδιά, που είναι ο αριστερός ψάλτης, ψέλνει: «Δεύτε πόμα πίωμεν καινόν, ουκ εκ πέτρας αγώνου τερατουργούμενον, αλλ’ αυθαρσίας πηγήν, εκ τάφου ον βρήσαντος Χριστού, εν ω στερεούμεθα» και πάλι, άλλος δεξιός ψάλτης, η ελιά, ψέλνει κατανυκτικά την ε ωδή: «Ορθρίσωμεν όρθρου βαθέος, και αντί μύρου τον ύμνον προσοίσωμεν, το δεσπότη και Χριστόν οψόμεθα, δικαιοσύνης ήλιον, πάσι ζωήν ανατέλλοντα». Από τ’ αριστερό αναλόγι ο έταιρος αριστερός ψάλτης, ο πρίνος, ψέλνει με την τραχιά φωνή του, και λέγει: «Αύτη η κλητή και αγία ημέρα, η μία των Σαββάτων, η βασιλίς και κυρία, εορτών εορτή, και πανήγυρίς εστι πανηγύρεων, εν η ευλογούμεν Χριστόν εις τους αιώνας».

Ύστερα ακούγεται η φωνή του κυπαρισσιού, που είναι ο διάκος, λιγερόκορμος και αρχιμούστακος, και λέγει την εκφώνηση: «Την θεοτόκον και μητέρα του φωτός εν ύμνοις τιμώντες μεγαλύνωμεν» και ο πρωτοψάλτης ο δρυς ψέλνει με μεγαλοπρέπεια: «Ο Άγγελος εβόα τη Κεχαριτωμένη, Αγνή Παρθένε χαίρε, και πάλιν ερώ, χαίρε! Ο σος Υιός ανέστη τριήμερος εκ τάφου. Φωτίζου, φωτίζου, η νέα Ιερουσαλήμ. Η γαρ δόξα Κυρίου επί σε ανέτειλε. Χόρευε νυν και αγάλλου Σιών. Συ δε, Αγνή, τέρπου, Θεοτόκε, εν τη εγέρση του τόκου σου».

Έτσι προχωρεί η λειτουργία πριν να βγει ο ήλιος, αυτή η μυστική λειτουργία, που την ακούνε μονάχα τα πνευματικά αυτιά και που οι υμνωδίες της αντιλαλούνε μέσα στη μεγάλη εκκλησία της πλάσης, που έχει για κουμπέδες τα ψηλά βουνά, για σταυροθόλια τα δροσερά λαγκάδια, για εικονοστάσι τους κατακάθαρους βράχους που είναι στολισμένοι με αγριοβότανα, για αγίασμα το γαλανό πέλαγο, για εξαφτέρουγα και για λάβαρα τα σύννεφα, για πολυέλαιο τον ήλιο, για καντήλια τα άστρα. «Υψούτε Κύριον τον Θεόν ημών, και προσκυνείτε το υποποδίω των ποδών αυτού, ότι Άγίος εστιν!

Την ώρα που ο ήλιος χτυπά αστραφτερός στις κορφές των βουνών, αρχίζουνε να ψέλνουνε το «Πάσα πνοή αινεσάτω τον Κύριον. Αινείτε τον Κύριον εκ των ουρανών, αινείτε αυτών εν τοις υψιστοίς!» Κι ύστερα ψέλνουνε τα στιχηρά του Πάσχα: » Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν. Πάσχα ιερόν ημίν σήμερον αναδέδεικται…». Και στο τέλος ο πρωτοψάλτης ο, δρυς, με τη βροντερή φωνή του ψέλνει με σεμνή μεγαλοπρέπεια το δοξαστικό της Αναστάσεως που αντιλαλεί ως τα πέρατα της οικουμένης: «Αναστάσεως ημέρα και λαμπρυνθώμεν τη πανηγύρει και αλλήλους περιπτυξώμεθα. Είπωμεν, αδελφοί, και τοις μισούσιν ημάς συγχωρήσωμεν πάντα τη Αναστάσει. Και ούτω βοήσωμεν: Χριστός Ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος». Ναι. Αυτή τη μυστική λειτουργία την ακούνε σ’ όποιον τόπο πάνε, όσοι ήπιανε από την άφθαρτη πηγή της Ορθοδοξίας. Γύρω τους όλα ψέλνουνε και μέσα τους πάλι άλλοι ψαλτάδες μυστηριώδεις και ιερείς και διάκοι και κανονάρχοι ψέλνουνε δοξολογώντας την Ανάσταση του Χριστού.

Παπάδες είναι ο παπα-Πεύκος κι ο παπα-Κέδρος. Αρχιμανδρίτης είναι ο παπα-Έλατος. Δεσπότης είναι ο πλάτανος. Διάκοι είναι το κυπαρίσσι και η λεύκα. Πρωτοψάλτης είναι ο δρυς. Ψαλτάδες είναι οι βαλανιδιά, ο πρίνος, ο σκίνος κι η ελιά η καλογριά. Κανονάρχοι είναι η μυρσίνα, ο ασπάλαθος, το σφεντάμι, ο αβαγιανός, το φλισκούνι, τ’ αρπεδούκλι, η ρίγανη, το θυμάρι. Και μαζί με τους ψαλτάδες σιγομουρμουρίζουνε η αστοιβιά, η ανθισμένη κουνούκλα, ο δυόσμος, ο βασιλικός, η μαντζουράνα, ο απήγανος, οι ανεμώνες, τ’ αγκάθια, τα ψύλληθρα, τ’ απεραθάκια και τα άλλα ταπεινά και αθώα βότανα.

Ο Χριστός βρίσκεται μέσα σε όλα. Όλα, τα πάντα Τον ευχαριστούνε γιατί τους έδωσε τη ζωή με την Ανάστασή Του. Χωρίς το Χριστό όλα είναι νεκρά και βουβά. (….)

Ω! Χωρίς την ευωδία που βγαίνει από το μυστικό κήπο του Χριστού, ναι, δεν μπορεί να νιώσει ο Έλληνας Χριστιανός την ευωδία της άνοιξης. Μέσα στην ψυχή του, η φυσική άνοιξη γίνεται ένα με το πνευματικό έαρ κι έτσι αισθάνεται τη χαροποιό πνοή της αιώνιας ζωής, ψέλνοντας με ανεκλάλητη χαρά και αγαλλίαση: «Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν, Άδου την καθαίρεσιν, άλλης βιωτής, της αιωνίου, απαρχήν και σκιρτώντες υμνούμεν τον αίτιον, τον μόνον ευλογητόν των Πατέρων Θεόν και υπερένδοξον.» «Γιορτάζουμε τη νέκρωση του θανάτου και την κατάργηση του Άδη. Γιορτάζουμε, γιατί αρχίζει για μας μια άλλη ζωή, αιώνια, και για τούτο, με σκιρτήματα χαράς, υμνούμε Εκείνον που μας χάρισε αυτήν την αθάνατη ζωή, που είναι ο μόνος ευλογητός των Πατέρων Θεός και υπερένδοξος.»

 

ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ

 ΓΙΟΡΤΕΣ


Η νύχτα των Παθών, αγία Παρασκευή μεγάλη,

θυμάσαι; Οι κράχτες βροντεροί του δρόμου και χουγιάζουν

«Ώρα, ώρα για την εκκλησιά!» Τα σήμαντρα σωπαίναν,

μήπως ταράξουν του Ιησού τον ύπνο ολογυρμένου

στων επιτάφιων τα χρυσά τα σάβανα που οι βιόλες

χλωμές και τα τριαντάφυλλα τα κοκκινοπλουμίζαν.

Θυμάσαι; Η νύχτα των Παθών μα και τ’ Απρίλη η νύχτα

της χώρας όλα, νόμιζες, να βουβαθούν γυρεύαν

θρήσκα και κατανυχτικά, τη σιγαλιά να κάμουν

μια προσφορά ευλαβική προς του Κυρίου τα Πάθη.

Και μοναχά δε σώπαινε στο περιβόλι μέσα

με τη δικούλα του εκκλησιά, με τη λατρεία δική του,

πιστός και ιερουργός Θεού ψηλότερου απ’ όλους,

τ’ αηδόνι. Η νύχτα των Παθών, μα και τ’ Απρίλη η νύχτα.

Διάπλατες πέρα οι εκκλησιές ολόφωτες και φτάναν

απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα στα σπίτια μας οι θρήνοι

σεμνοί κι αντιθρηνούσανε στου χριστιανού τα χείλη:

«Ζωή εν τάφω… Έαρ γλυκύ… Γλυκύτατόν μου τέκνον..»

Μπρος στην πεζούλα του σπιτιού, της γειτονιάς μελίσσι

κι εμείς, αγόρια αγίνωτα κι αστάλωτες παιδούλες,

ο ύπνος δε μας έπαιρνε, προσμέναμε την ώρα

της εκκλησιάς…

 

ΣΤΕΛΙΟΣ ΣΠΕΡΑΝΤΖΑΣ

 Η ΛΑΜΠΡΗ


Να ᾽την η Λαμπρή με τα λουλούδια

κόψετε, παιδιά, την πασχαλιά

κι όλα με χαρές και με τραγούδια

τρέξετε ν᾽ αλλάξωμε φιλιά.

 

Σήμαντρα γλυκά βαρούν ακόμα

και μοσχοβολούν οι εκκλησιές

μόσχος τα φιλιά στο κάθε στόμα

τα φιλιά της άνοιξης δροσιές.

 

Πάμε να στρωθούμε στο χορτάρι

και τ᾽ αρνί μας ψήνεται σιγά.

Και με της Ανάστασης τη χάρη

φέρτε να τσουγκρίσουμε τ᾽ αυγά.

 

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

 Ο ΙΗΣΟΥΣ ΣΤΗ ΒΗΘΑΝΙΑ 


Στη Βηθανίαν, ο Ιησούς, να ξαποστάσει τώρα,

που ο φίλος του ειν’ ο Λάζαρος κ’ οι δυό του οι αδερφές,

στο δώμα μέσα κάθεται το φτωχικό, την ώρα
που με τη δύση ανάβουνε οι άχνες βουνοκορφές …

Στον κήπο ρεύει μυγδαλιά, ροδακινιά κι ανθίζει,
σε γλύκας πέπλο λούζονται τα πάντα, νυφικό,
κ’ ήρθ’ η Μαρία, κι αμίλητη στα πόδια του καθίζει,

κ’ η Μάρθα ωστόσο γνοιάζεται με βιά τό σπιτικό.

Κι όπως τρυγόνι, από μακρά, στα φουντωμένα μέρη
τού κήπου αν φτάσει και πυκνό διαλέξει το κλαδί,

στου Θεού τοξότη ως να ‘στεκε το δάχτυλο, τ’ αγέρι
ξιπάζει ως σκώνει το λαμπρό λαιμό και κελαδεί—

κρυφαναβράει στο δειλινό γλυκιά η φωνή Του πάλι,

από τα δέντρα ανάμεσα σα να ‘βγαινε η μιλιά,
και της Μαρίας, καθώς μιλεί, της ραίνουν το κεφάλι

τα λόγια, στα ποδάρια του, σαν άνθη από μηλιά.

Της ευτυχίας, που νείρεται, δεν τη βαραίνει η έννοια,

βαθιά ως ξανοίγει, δίπλα της, η ανθούσα αναπνοή
να την τυλίγει στη θαμπήν αχώ τήν ασημένια,

σάμπως νερών που τρέχουνε, σά μελισσιώνε βοή . . .

Μαζί της ο ήλιος, δουλευτής, στον κάμπο καθώς σκύβει,

όλη τη χλόη φλογίζοντας με άχνη φεγγοβολή,
θεϊκό γιομίζει θησαυρό τ’ άχύρινο καλύβι,
τόν κήπο ντύνει ολόγυρα μ’ ατίμητη στολή.

 Στέκουν τα πάντα στη λαμπρή στιγμή σα μαγεμένα
μες στην αχτίδα χάνεται σάν άστρο ο κορνιαχτός·

μεγάλα κι ολοφάνερα, τριγύρα της, στημένα
τά πλάσματα όλα, ως τα βλογά στό Λόγο του ο Χριστός.

Σκεπή το νέφι γίνεται· λαός το κοπάδι· στύλος

το δέντρο το παράμερο στο μακρινό στρατί·
σα σκαλιστός στο μάρμαρο, μπρος στο κατώφλι, ο σκύλος

που το κεφάλι ανάμεσα στα πόδια του κρατεί…

 Ακούει, και μέσα ο μυστικός αντίλαλος σταλάζει

στά φρένα της αδιάκοπα το θάμπος του γοργά,

από το χιόνι πιότερο λευκό κι απ’ το χαλάζι,
κι ως στην ψυχή της τρίσβαθα ν’ απλώνεται νογά,

καθώς του κρίνου σαν σιγά ξετυλιχτούν τα θάμπη

κι ακέριος στην παράδεισον αφήνετ’ ανοιχτός,

απάνω του, κατάκορφα, διαμάντι η δρόσο λάμπει

και στ’ άγιο το πετράδι της δε στέκει κορνιαχτός.

 “Ας τα ‘χει ή γης κι ο άνεμος, ας τα ‘χουν τα σκοτάδια”

— στο βυθισμό τόν άχραντο κρυφομιλει η ψυχή —
«τα ώρια στολίδια τα χρυσά, του γάμου τα πετράδια,
του Λόγου Του σα μ’ έλουσεν η ευφραντική βροχή.

 «”Αγια ή ζωή· κι αν ένιωσα τριγύρα μου τά βρόχια,
τα ξόβεργα που ακοίμητος μας σταίνει ό πειρασμός,
στ’ άνθια περνά, στ’ άνθια κεντά, στ’ άνθια ανασαίνει ή φτώχεια,

άνθια ό βαθιός τοϋ κόρφου μου ξανοίγει δροσισμός!».